Skip navigation

Του Γιάννη Ναστούλη

Συμπληρώθηκε ένας χρόνος διακυβέρνησης από τους σοσιαλιστές κι αν έπρεπε κανείς να κάνει μια αποτίμηση πεπραγμένων με ‘κείνη τη αξιολογικά ουδέτερη γλώσσα των επιστημόνων, την καθαρμένη από τις φορτίσεις αυτών που ζουν τα γεγονότα δε θα μπορούσε να αποφύγει την ιδέα του εφιάλτη. Είναι τόσες και τέτοιας ταχύτητας οι μεταβολές στο πεδίο των θεσμών, όσο και των εμπεδωμένων εθισμών ατομικού και κοινωνικού βίου, ώστε ο πολίτης στέκει αμήχανος και κυρίως φοβισμένος μπροστά στην αναίρεση της πολιτικής του υπόστασης. Αποδέκτης μιας ιστορικά πρωτόγνωρης κριτικής για τον τρόπο που οικοδόμησε την πολιτειότητά του, σύρεται σε μια ψυχολογική διελκυστίνδα μεταξύ αυτομομφής και οργής εναντίον όλων συλλήβδην. Χωρίς το στοιχείο της διακρίσεως για το «τις πταίει». Αφελείς ψυχολογισμοί για το μεσογειακό ταμπεραμέντο, τη σχεδόν  γονιδιακή απληστία των νεοελλήνων, μέχρι τους πιο «εκλεπτυσμένους» αναγωγισμούς κάποιων διανοητών που βρήκαν ευκαιρία για φιλοσοφική σπέκουλα: φταίει ο Γρηγόριος Παλαμάς και το κίνημα του ησυχασμού ή ο Κυδώνης που «έμπασε» τη δυτική νοησιαρχία μεταφράζοντας Ακινάτη και τα τοιαύτα. Ναι, μια εμβριθής πρόταση περί των αιτίων πρέπει να καταδυθεί στο πολιτισμικό μας DNA, με μέτρο όμως, που το διασφαλίζει η πολιτική ανάλυση. Το πρόβλημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Και κάθε απόπειρα επιλεκτικού αναγωγισμού  μοιάζει με ‘κείνον που ακούει καλπασμό και υποθέτει ότι είναι Ζέβρα.

Σίγουρα ζούμε σε μια πολύπλοκη εποχή που τα ζητήματα αυτοπροσδιορισμού τίθενται με ιδιαίτερη ένταση και τα παλιά ερμηνευτικά εργαλεία δεν επαρκούν, όμως νομίζουμε ότι συνιστά σφάλμα λογικής να οδηγηθούμε σε έναν μεθοδολογικό μαξιμαλισμό, πριν εκτοπίσουμε το πιθανό. Είναι ανάγκη οι επιστήμονες να ανασύρουν από τη φαρέτρα τους το παλιό «ξυράφι του Όκαμ» και οι απλοί πολίτες τον κοινό νου στις προσεγγίσεις τους.

Είναι ανάγκη να δούμε ότι η κρίση είναι προϊόν συνέργιας του διεθνούς τραπεζικού συστήματος στις αποφάσεις συγκεκριμένου τμήματος της ελληνικής πολιτικής ελίτ, το οποίο έχει πολύ συγκεκριμένη κοσμοθέαση και συνομαδώνεται με τα συγκεκριμένα οικονομικο-στρατηγικά συμφέροντα  μιας παγκόσμιας χορείας εκλεκτών, που ενώ η ίδια είναι αθέατη γίνεται αντιληπτή από τα αποτελέσματα της δράσης της, όπως τα είδαμε στην παγκόσμια κρίση του ’08, στην περίπτωση της Αργεντινής, σε όλα εκείνα τα κράτη που έπεσαν στη μέγγενη του ΔΝΤ και στη δράση εξωθεσμικών «παρασίτων» που διαμεσολαβούν τον διακρατικό χώρο.

Τα βιώνουμε (στην Ελλάδα) με συνταγματικά πραξικοπήματα, με μνημόνια υποτέλειας, με υπερκρατικές οντότητες που κυβερνούν «αντ’ αυτών», με κατακρήμνιση των πολιτειακών πυλώνων (Βουλή, Εκτελεστική εξουσία), με την καντoνοποίηση της επικράτειας, με την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, αλλά και του κράτους δικαίου, με τη λεηλασία των εισοδημάτων και της περιουσίας του λαού, με τον ορυμαγδό των ασφαλιστικών κεκτημένων, με την εξόντωση συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων, με αποκαθήλωση των «δογμάτων» της εξωτερικής πολιτικής, με τα στρογγυλέματα στην παιδεία, με την διακυβέρνηση με τη μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης ( βλέποντας και κάνοντας), ωσάν η Ελλάδα να ήταν ο κλουβί του Skiner, με τον καταιγισμό, μέχρι μπουκώματος, ευφημισμών από ανθρώπους που σε κοιτούν στα μάτια και το βλέμμα δεν παθαίνει τη φυσιολογική μύση στο ψέμα, και τόσων άλλων ων ουκ έστιν αριθμός.

Και όλ’ αυτά για να εισέλθουμε καθαρμένοι από τις αυταπάτες της ιδεολογίας στη νέα, εξαχνωμένη από τους ανθρώπους, μετανεοτερική εποχή. Στον απρόσωπο, ουδέτερο, αποϊδεολογικοποιημένο χώρο των αγορών και της χρηματοπιστωτικής αλήθειας.

Μιας αλήθειας που ενώ εδράζεται στο στυγνό ορθολογισμό των οικονομικών δεικτών, βάζει τη μεταφυσική απ’ το παράθυρο, υποκαθιστώντας το κράτος με τη νέα μεγάλη ετερότητα, τις αγορές. Γιατί ποιος μπορεί να υποδείξει που είναι οι αγορές; Παντού και πουθενά. Στο χώρο του φαντασιακού! Η αγορά είναι εικονική, ένα οικονομικό φράκταλ, ο νέος Λεβιάθαν του Hobbes που απορροφά την κοινωνική ολότητα ανάγοντας την εντελέχειά της στην αφηρημένη, ωστόσο, εύληπτη συνάρτηση κόστους – τιμής. Όμως η κοινωνία είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό μόρφωμα, είναι υπαρκτική οντότητα που μέσα της πραγματώνεται η ανθρώπινη ζωή. Και καμιά οικονομική θεωρία, καμιά επιστήμη δεν απαντά στο γιατί υπάρχουμε. Ο  ρασιοναλισμός του επιστημονικού σταδίου και ο οικονομικός φιλελευθερισμός προκάλεσαν αυτό που ο Weber αποκάλεσε «απομάγευση του κόσμου», ως αναγκαίας προϋπόθεσης της προόδου, με μια παρενέργεια όμως : την έλλειψη νοήματος.

Ειδικά σε συνθήκες οικουμενισμού ο σύγχρονος καπιταλισμός της ύστερης νεοτερικότητας, όπως τον προσδιόρισε ο Habermas, οδηγεί στην κατάργηση των θεσμικών ερεισμάτων της κοινωνίας που αυτός δημιούργησε και στην απώλεια βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακυρώνει τις ίδιες τις κοινωνικο-θεσμικές βάσεις αναπαραγωγής του που διαμορφώθηκαν τον 20ο αιώνα οδηγώντας σε ένα ιδιότυπο κοινωνικό Απαρτχάιντ με στρατιές αποκλήρων και νεόπτωχων, με διαδικασίες ταχείας προλεταριοποίησης κυρίως μέσω της αποσυγκρότησης των μεσοστρωμάτων και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.

Στη διαδικασία αυτή, ο δημόσιος  χαρακτήρας των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών θεσμών – για να επικεντρώσουμε στον πυρήνα του κοινωνικού κράτους – μετατρέπεται σε άτυπο ατομικό δικαίωμα με κριτήριο την ανταποδοτικότητα, μια εξέλιξη που νοηματοδοτείται ευθέως από μηχανισμούς αγοράς, οδηγώντας σε νέο πρότυπο αξιολόγησης της προσωπικής διαδρομής και της πορείας βίου. Η ζωή χάνει την αυταξία της, κατακτώντας τη δικαίωσή της με όρους μιας αγοραίας μετααξιολόγησης και μόνο στο βαθμό που η εργασία του ατόμου συνεισφέρει στη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης. Μετά δε το τέλος του εργάσιμου βίου ο άνθρωπος πρέπει να πάψει να οχλεί  τους ενεργούς συντελεστές παραγωγής.

Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους δεν είναι ένα συγκυριακό γεγονός – παρότι  δεν πρέπει αυτό να εκληφθεί ως δικαιολόγηση όσων συμβαίνουν στη χώρα μας. Απλώς η αποδόμηση χρειάζεται συγκεκριμένες πολιτικές συνομαδώσεις και εδώ συναντώνται όσοι έχουν κοινές προσλαμβάνουσες για το κράτος – έθνος: οι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι μονεταριστές με τους ρεφορμιστές του σοσιαλισμού- αλλά υποκεφάλαιο ενός ευρύτερου γίγνεσθαι που διαρρέει το σύνολο του πλανητικού κοσμοσυστήματος και του οποίου θέτει σε αμφισβήτηση την πολιτισμική και πολιτική συνοχή και τις όποιες εθνικές και πολιτειακές αναφορές. Τα κράτη συγκροτούν εφεξής ένα είδος συγκοινωνούντων δοχείων εντός των οποίων οι αναταράξεις γίνονται αισθητές διασυστημικά κυρίως στους τομείς με τη μέγιστη κινητικότητα όπως το κεφάλαιο και η εργασία.

Υπό τις συνθήκες αυτές το κράτος-έθνος παύει να αποτελεί το ανθρωποκεντρικό στεγανό της μεταφεουδαλικής / νεοτερικής Ευρώπης. Η απομείωση της ισχύος του επιτρέπει την απρόσκοπτη μετακίνηση κεφαλαίων και μεγάλων πληθυσμιακών μεγεθών από την «περιφέρεια» στο κέντρο (μετανάστευση) με συνέπεια την αποσυγκρότηση του πολίτη/εργαζόμενου ως προσώπου, φορέα, δηλαδή, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός μιας συνεκτικής πολιτικής και δικαιικής τάξης. Η εργασία μετατρέπεται σε εμπόρευμα, εξηρημένη του ανθρώπινου υποκειμένου που μετατρέπεται σε διαθέτη εργατικής δύναμης, ευπειθούς, ευήθους και εκτεθειμένου από την απουσία συλλογικών συμβάσεων εργασίας και του θεσμικού εν γένει πλέγματος προστατευτισμού. Μόνος σε ένα ετεροβαρές τετ α τετ με τον εργοδότη, υπό την πίεση ενός εφεδρικού στρατού εργασίας έτοιμου να απαλλοτριώσει εργατική δύναμη, σωματική, αλλά και διανοητική (το κογκνιταριάτο που προφήτευε ο Tofler), άνευ όρων.

Το πρόταγμα της πλήρους απασχόλησης σε συνθήκες καλπάζουσας οικονομικής μετανάστευσης γίνεται ολοένα και πιο χιμαιρικό, αλλά δεν είναι αυτό το μείζον, ούτε και το ζήτημα της φτηνής εργασίας. Το πραγματικό πρόβλημα / απειλή είναι α) η αποδυνάμωση της δυνατότητας του πολίτη να υποστηρίξει πολιτικά την εργασία του, β) η αποκατάσταση της συλλογικής συνοχής από την εθνοτική και πολιτισμική πολυσημία που αναιρεί την αιτιακή εστία της πολιτειότητας (δημοκρατίας) και γ) μέσω αυτής της διαδικασίας, η εισαγωγή της κοσμοσυστημικής ανομίας και της διεθνούς ισχύος εντός του κράτους, αφού (αυτό) χάνοντας την οργανική του σύνδεση με την κοινωνία αδυνατεί να εγγυηθεί τόσο την ασφάλεια του πολίτη, όσο και την εθνοτική αυθυπαρξία του, στοιχείο ακριβώς της αναγνωρισιμότητάς του, της οικείωσης της «θεμελιώδους κοινωνίας και της ατομικής ελευθερίας.

Η διάρρηξη της δυναμικής ισορροπίας στη σχέση κράτους-κοινωνίας-αγοράς και η ολοκληρωτική κυριαρχία της τελευταίας θέτει ένα πρόβλημα προτίστως γνωσιολογικό: την απορρόφηση της πολιτικής και της κοινωνίας από την οικονομία και το κατά πόσον αυτή η εξέλιξη συνιστά την απόληξη μιας τελεολογικά προσδιορισμένης διαδικασίας.

Η μετάταξη, όπως είπαμε, της εργασίας από τη δημόσια σφαίρα στην ιδιωτική συμπαρασύρει και μετατάσσει τη σχέση του πολίτη με την πολιτική στον ιδιωτικό χώρο, αφού η πολιτική αδυνατεί να διασφαλίσει το γενικό συμφέρον (όσο ασαφής και ύποπτη είναι η έννοια αυτή). Η κοινωνία πολιτών αποσυντίθεται σε ιδιωτεύοντα άτομα. Παρόλα αυτά η διχοτομία πολιτικής και κοινωνίας δεν είναι ένδειξη αποπολιτικοποίησης, αλλά μάλλον της κρίσης του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος, όπως το γνωρίσαμε. Στην ουσία η αποστασιοποίηση από το καταρρέον πολιτικό σύστημα είναι ο αναγκαίος απορφανισμός του πολίτη από το θνήσκον κράτος ως κυρίαρχου πλαισίου κοινωνίας του μεταφυσικού (κατά Komte) σταδίου και η ανάδυση του νέου πολιτικού υποκειμένου.

Το ερώτημα για τα επόμενα χρόνια θα τεθεί με μέγιστη ένταση: Θα παραμείνει το κράτος-έθνος η καλύτερη οργανωτική δομή στον αγώνα της παγκόσμιας κατανομής (πόρων και ισχύος), θα συνεχίσει να είναι η ανταγωνιστικότερη πολιτική και οικονομική μονάδα σε πλανητικό επίπεδο; Την όποια απάντηση θα δώσει η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης περίπτωσης και όχι ο αθεράπευτος έρως για το κράτος η, εξίσου, το ανάθεμα και οι τυφλές κατάρες γι αυτό.

Ειδικά για ευάλωτα κράτη, όπως η Ελλάδα, που τελούν υπό έμπρακτη πολιτική και οικονομική εξάρτηση και των οποίων η γεωπολιτική αξία είναι υψηλή, το ζήτημα μπορεί να πάρει τη μορφή εσχάτου διλήμματος: Υποταγή ή εξέγερση! Υποταγή σε μια ισχυρότερη δύναμη για να μην αποκοπούν από την πλανητική εξέλιξη ή εξέγερση ενάντια στον οικουμενισμό των ισχυρών. Φυσικά η απάντηση είναι εξέγερση, όχι όμως εκείνη που συνοδεύεται από ανακαινίσεις παραδοσιακών ψευδοπροσοψεων για λόγους ψυχικής υπεραναπλήρωσης των υπερεθνικιστών, ούτε εκείνη της αριστερής κενολογίας περί εκμηδένισης των στρατιωτικών δαπανών, περί οικουμενικής ειρήνης και του αφελούς δόγματος «όπου περνούν εμπορεύματα δεν περνούν στρατοί».

Σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης παραγωγής και κατανάλωσης το ζήτημα είναι η διανομή και είναι φύσει πολιτικό και ως τέτοιο θα παράγει αενάως πολιτική σύγκρουση. Επομένως το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει ο οικονομικός ολοκληρωτισμός είναι να καταργήσει τον πόλεμο μεταξύ εθνών (αφού θα τα έχει εξαλλοιώσει) και να τον μετατρέψει σε εμφύλιο εσαεί. Εξέγερση λοιπόν! Ρεαλιστική με γρήγορο εκσυγρονισμό, χωρίς ψευτοδιλήμματα: Δύση ή Ανατολή, Φρίντμαν ή Κέυνς και κυρίως με ένα πολιτικό υποκείμενο που να σκέφτεται εθνικά.

 

 

 

http://heniohein.wordpress.com/

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: